Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

άγγελοι στη πόλη

τα πρωινά με τη ψύχρα στο ταβάνι της πόλης γίνομαι αόρατος
και πλησιάζω κοντά τους περαστικούς
Χωρίς ντροπή χωρίς  φόβο
Ο  νεαρός εργάτης στην μικρή πλατεια της κυψέλης
Με το μισό τσιγάρο  στο στόμα βάζει  πλάκες
 και κάπου κάπου ρίχνει  ματιές
στις περαστικές κοπέλες
Μυρίζει καφέ φραπέ το στόμα του και είναι μικρός
αλλά ο ήλιος έχει κάψει το μέτωπο του και έχει βαθύνει τις ρυτίδες
Τον φιλάω το μάγουλο και συνεχίζω

Η γιαγιά με το πι στον πεζόδρομο,  
προχωράει σιγά με ανάσες μικρές κοφτές  σα χελώνα
 θέλει να πάει μονη της μέχρι τη γωνιά του τετράγωνου
να πάρει  κάτι από τον  μανάβη.
Δε θέλει να μένει μεσα, νιώθει να τελιωνει ο χρόνος
και αυτό το πι, την πλήγωνε στην αρχή αλλα τώρα έχει γινει 
προέκταση των χεριών της
Τα ματια της γεμάτα θλίψη αλλα και κουράγιο
Ίσως να χει τον σύζυγο της στο σπίτι, ίσως να τον έχει χάσει
ίσως να μένει μονη, εκεί πεισματάρα να μην γίνει βαρος στο γιο της
Της δίνω ένα φιλί και συνεχίζω

Η νεαρός κουρέας στο μικρο μαγαζάκι του
σκουπίζει έξω στην είσοδο, πριν ανοίξει
Η τηλεόραση από μέσα παίζει με ήχο δυνατό πρωινή ενημέρωση
Λαικό καλό παιδι με κοιλίτσα, μόλις παντρεύτηκε
και τα φέρνει πέρα ανεκτά καλα
Τα μάτια του έχει δυο χαμογελα
Ίσως να περιμένει και το πρώτο του παιδι
Μυρίζει φρεσκάδα μαλακτικού καθώς τον πλησιάζω
Του δίνω ένα φιλί και συνεχίζω

Μια γεματούλα κυρία με κόκκινα παπούτσια και κόκκινα βαμμένα 
έντονα χείλια, πράσινα μάτια και πολύ πολύ ξανθό μαλλί
α ναι κατάλαβα
μανικιούρ πεντικιούρ χαλάουα
η βιτρίνα είναι ξεκάθαρη στα φλούο ροζ καλλιτεχνικά  γράμματα της
την πλησιάζω , μυρίζει έντονα άρωμα και έχει ματια κουρασμένα
Τα φέρνει δύσκολα ήθελε να γινει παρουσιάστρια της τηλεόρασης
η και ηθοποιός αλλα γέννησε μικρή, έκανε 3 παιδιά και τώρα στα σαράντα
βαλε, δεν έχει παράπονα από τη ζωη αλλά που κ που όταν βλέπει
τη ξανθιά ζάμπλουτη παρουσιάστρια το μεσημερι , μελαγχολεί
και βάζει τερμα την αντζελα
Της δίνω ένα φιλί και προχωρώ

ψιχαλίζει, οι περαστικοί είναι γρήγοροι
ένας νεαρός  με κοστούμι και  άγχος στα ματια
κρατάει τσάντα και έχει γυαλισμένα παπούτσια
που θα λερώσει η βροχή
δικηγόρος η γιατρός η κάτι άλλο με κουστούμι
δεν έχει βγάλει ακόμη λεφτά
αλλά το παλεύει
θέλει να κάνει οικογένεια
μασάει τσίχλα
είναι γρήγορος
δε προλαβαίνω 
τον χτυπάω απαλά στη πλατη
καθώς διασχίζει το δρόμο
κοιτάει πίσω δε με βλέπει

Κοιτάω την βιτρίνα, βλέπω έναν τύπο,
κουρεμένο σύριζα
με θράσος στο ματι και χαμόγελο
Το βλέμμα του κρύβει λίγη θλίψη αλλά δε φοβάται και πολλά
μόνο κάτι λίγα ανόητα ίσως
Έφυγε από το σπίτι μικρός 
σαν άσωτος γιος επέστρεψε αργότερα
έγινε " μούσκεμα από μπόρες"
 και έμαθε να αγαπα χωρίς ομπρελα
κουράστηκε  αλλα δε το βάζει κάτω
δείχνει μικρότερος από τον αριθμό στην ταυτότητα
γραφει γραφει και σκίζει σελίδες συνεχώς
ένα κατάλαβε μοναχα 
ότι  η Ζωή 
ότι του τάζει το καθενός
αυτά είναι δεν αλλάζουν
όσο και να προσπαθεί να ξεφύγει
προσέχω λίγο καλύτερα τη βιτρίνα
δεν είναι βιτρίνα 
είναι καθρέπτης

είμαι εγώ.

 μου δίνω ένα φίλι και συνεχίζω
βάζω τα ακουστικά στα αυτιά