Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

η κυρια Ρια δε μενει πια εδω.

Η πολυκατοικια είχε  ημιυπόγειο διαμέρισμα  ,
απέναντι από το πάρκο...
Tο ημιυπόγειο διαμερισμα  κλειστό εδώ και χρονια,
 6-7 σκαλάκια να κατεβείς,.. 
κλασσικό κτίριο της δεκαετιας του εξηντ

Εκει έφτιαξε το αυτοσχέδιο σπίτι της η κύρια ....
χμ δε ξερω πως την λένε
Εγώ την έλεγα κύρια  Ρια ( από το υστερία, για να κανω λιγη πλακα 
παντα δινω τετοια ονοματα σε ανθρωπους που συμπαθω)
Άστεγη , ρακένδυτη με 3 σακουλες  σκουπιδιων  μπλε για  περιουσία
και με πολλά νευρα
Εγκαταστάθηκε εκεί   , και έβριζε  δυνατά κάθε περαστικό
Πως  να μην εχι νευρα, νορμαλ το βρισκω
ετσι πως εγινε η ζωη της
η ζωη ολως μας δηλαδη...
Οι περαστικοί ήταν άλλοτε περίεργοι , άλλοτε αδιάφοροι
Άλλοτε ήθελαν να της πάνε ένα  πιάτο φαί
Έβριζε δυνατά , τους φόβιζε όλους...

Ύστερα  ηρεμούσε έπαιρνε το φαγάκι και το έτρωγε
Άρχισα να περνώ κάθε μέρα από κει
Την ιδία ώρα πάντα... 
Της άφησα  ένα  πάπλωμα αρχικά
Άρχισε τα  γνωστα μπινελικια
Εγώ της μιλαγα ατάραχος σα να μου συμπεριφέρεται κανονικά
Την επόμενη φορά της πήγα  ρούχα και κάλτσες
 Φωνές , νευρα και κατι  φράσεις που δεν είχαν λογική
".. σας καταλαβαινω απολυτα της ελεγα 
και εχετε δικιο ..."
Αλλά το βλεμα της πάντα βαθύ διαπεραστικό
Λες και επικοινωνούσε με μια άλλη διάσταση
Λες και ήταν κάποιος  εκπτωτος άγγελος 
Λες κι ειχε  μείνει παγιδευμένη για κάποιο λόγο
Μέσα στη δική μας και σε μια άλλη διάσταση
Άρχισα να πηγαίνω  συχνά φαγητό, γλυκάκια
Κάνα καφέ σε ποτηρακι χαρτινο
 Τα βραδια που εβρεχε περναγα από κει να δω πως είναι χωρις να της μιλαω
Ειχε βαλει  κατι ναυλον τραπεζομαντιλα γυρω γυρω από την εισοδο
του ημιυπογειου διαμερισματος , να μη μπαινει η βροχη
Ευρυματικη σκεφτικα η κυρια Ρια
Μετα από καιρο η κυρια Ρια δεν εβριζε πια
Την εβρισκα να με περιμενει από μακρια να της παω κατι, φαγητο
Παντα με υφος καχυποπτο και διαπεραστικο χαμενο συναμα  βλεμμα 
Δε ξερω  τι σκεφτοταν...
Αλλα παντα περιμενε να φυγω και μετα ετρωγε σα παιδακι  το φαγητο
Ησυχη ...
Μια μερα τη ρωτησα πως  σας λενε
Και αρχιζε να βριζει δυνατα , ξανα παλι
Καλα καλα εμενα με λενε Νικο της ειπα
Και  σταματησε , παγωσε  και γυρισε πλατη
Εφυγα και την παρακολουθησα, αρχισε να τρωει αργα
ησυχη.
δεν θελει και πολλα 
δε θελει κανενα να εισβαλει στο χωρο της
Ποιος ξερει τι ζωη ειχε, ποιοι την προδωσαν
πως εμεινε μονη
Περασε καιρος κανα  δυο χρονια
Κάθε μερα ιδια ωρα
Πριν κανα μηνα εκανα  παλι την προσπαθεια
Καθως αφηνα το πακετο με το φαγητο και λιγα πορτοκαλια
Πως σας λενε? 
Ειπα χωρις να τη κοιταω στα ματια
Εμενα νικο...
Δε μιλησε , δεν φωναξε δεν  εβρισε
Κανω να φυγω δυο τρια βηματα
Κι ακουω μια ηρεμη φωνη
Βουλα, ειπε, βουλα.
Γυρναω και την βλεπω να  τρωει ηρεμα
Μου ειχε πει τα ονομα της, 
η τελοσπαντω κατι σημαινει αυτο το ονομα
ενας κρικος απ αυτο που ζουσε και απ το παρελθον της
Κατι ειχε αλλαξει
Τετοια χαρα που ειχα....
Ειχαμε φτιαξει μια φιλια , μια ιδιοτυπη  φιλια
Ηξερε κάθε μερα ότι καποιος "εξωγηινος" από την άλλη διασταση
Ότι την νοιαζοταν σταθερα
Και την κοιταζε παντα καταματα
Η κυρια Βουλα λοιπον…
Πηγα χτες ε, ψιλοβρεχε
Ειδα τις αυτοσχεδια πλαστικα τραπεζομαντηλα  να ανεμιζουν
Κατι δε πηγαινε καλα
Δεν ήταν εκει
Χτυπαω το κουδουνι του ισογειου
Βγαινει ενας παππους
Τον ηξερα αυτόν  τον παππου
Ειχαμε αντακαλει κανα δυο κουβεντες
Την προσεχε κι αυτος με το τροπο του
Από το μικροσκοπικο μπαλκονακι του  υπερυψωμενου ισογειου
Τον ρωταω
 Η κυρια που ήταν εδώ?
Πεθανε παιδι μου
Χτες βραδυ την  πηρανε
Πεθανε….?
Ναι  την βρηκαμε το πρωι
Εγκεφαλικο μηπως? Αναρωτηθηκε…
Τελικά  την ξερατε?
 Με ρωτησε?
Όχι
Όχι δεν την ηξερα, ψελισα
Δεν ειχε και συγγενεις ..
ειπε ο παππους
Ειχε σκεφτηκα εγω
Εμενα