Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

έκανα το κέφι μου (μονος μου τα έφαγα)


κέφι < τουρκική keyif < αραβική kayf كيف

κέφι ουδέτερο
  1. η χαρούμενη και εύθυμη διάθεση
  2. η όρεξη, η καλή διάθεση για να κάνει κάποιος μια εργασία

[]Εκφράσεις

Χειμώνιασε αδέρφια, εμείς τα ελληνάκια ας μην χάσουμε το κέφι μας ε?
Εγώ σε πείσμα των  καιρών και των υστερικών αναλήψεων των Ελλήνων από τις τράπεζες 
τούτη τη βδομάδα, 
έκανα το κέφι μου, βγήκα έξω στην αγορά και έγινα η χαρα του Έλληνα καταστηματάρχη
ψώνισα ,ότι έκανα κέφι,
 και μάλιστα σκέφθηκα το πιο απλό, αφού μου ήρθε το χαράτσι  και θα ρθουν κι αλλα και μου τα παίρνουν άδικα γιατί να μην τα φάω από μονος μου.
Κανονικό σοπινκ-θεραπι ντε!
χουχουλιάσε τώρα μεσα στο ζεστό σπιτάκι σου , απόλαυσε την  υπεροχη χειμωνιάτικη εικόνα κει έξω
και καλη βδομάδα