Πέμπτη 2 Απριλίου 2015




μακριά απο τα μικρά μπαλκόνια
επιστροφή στη μεγάλη θάλασσα
αυτή που με ξέρει καλά
και η μονη που με ηρεμεί
σαν αγκαλιά  αγαπημένου πρόσωπου
περίεργη άνοιξη
μούσκεμα απο βροχές
και ανασφάλειες
αλλά 
 εσύ που με ξέρεις καλά
ο βρεγμένος
τη βροχή δε τη φοβάται
σιγά μην φοβηθώ

θάλασσα λοιπον
και καθαροί ουρανοί
και λουλούδια γενναία
καλοζωισμένα
απο νυχτερινές ξαφνικές βροχούλες

στα συρτάρια
αναμνήσεις απο τα παλιά
ημερολόγια
και κασέτες
της εφηβείας

το χελιδονι που  ξερω
δεν ήρθε ακόμη
όποτε τον κόκκινο μαρτη μου φορώ 
μετά θα  τον χαρίσω
 στο χελιδόνακι  που ξερω

μάλλον όχι ε στάσου 
εχω μια ιδέα
δεν τον χαρίζω τώρα
θα του τον δώσω όταν ξαναφύγει

έτσι για δωράκι
να χει να με θυμάται

να δείτε κάνα χελιδόνι
με κόκκινο μαρτη
θα ναι το δικό μου





Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

το bullying που δεν εζησα


Για κάποιο λογο θυμάμαι τα χρόνια της εφηβείας  
πιο έντονα μετά το φευγιό του  πατέρα
Κει γύρω στα δεκαπέντε..
Όταν έφυγε ο μπαμπάς λοιπον  ειναι σα να διαιρέθηκε η ζωή μου στα δυο
Αυτός ο δεκαπενταύγουστος ,
 μια μαύρη γραμμή το πριν και το μετά
μετά λοιπον κλείστηκα στον εαυτό μου 
Η μανα μου νέα γυναίκα χήρα σε νησί,
 στη δική της θλίψη ,
 κι ο μεγάλος αδελφός απών, φαντάρος.
Ήμουν που ήμουν διαφορετικός απο  τους συνολικούς μου,
 έχτισα τείχη και κλείστηκα μέσα σε μια ατελείωτη εφηβεία 
γεμάτη απο αρχαία λατινικά , γραμματικές
και μουσική, την Αρλετα τον Χατζιδάκι και τους  cure (σχιζοφρενής απο παλιά)
Έβλεπα στα μάτια των  νταήδων συμμαθητών μου 
την  διάθεση να με κοροϊδέψουν
γιατί ήμουν διαφορετικός, 
-και οτι ειναι διαφορετικο χλευαζεται ευκολα σε καθε κοινωνια κενη-.
Γιατί ήμουν κάλος μαθητής, 
το καλό παιδί, 
ίσως και φυτουλας ,ο απουσιολόγος
και ο σημαιοφόρος 
γιατί ήθελα να ξεχωρίζω απο άμυνα και μοναξιά
 να με αγάπανθε οι καθηγητές 
να παίρνω το καλλίτερο βαθμό
τι εζήταγα δηλαδή? αγάπη και αποδοχή , λίγη προσοχή
γιατί η ζωή "μου την έφερε" λίγο πιο νωρίς απο σας
Ήμουν δειλός με τα κορίτσια,
βαριόμουν τους  αντρικούς καβγάδες τους, 
τους παρακολουθούσα  κρυφά διαβάζοντας βιβλία επιστημονικά η μυθιστορήματα
ειχα λιωσει τα βιβλια του Εριχ φιν ντενικεν και του Ερμαν Εσσε
βαριομουν τα πρώτα τους τσιγάρα, τους παρακολουθουσα αδιαφορα και καλα μεσα απο τα γυαλια μυωπιας καθως φορουσα  στ αυτιά μου τα γουόκμαν.
Υπέφερα που με κοίταζαν διαφορετικά , 
με ειρωνια η διάθεση να πουν τη μαλάκια τους την εφηβικη, αβασανιστα.
δεν την έλεγαν γιατί μάλλον λυόντουσαν το ορφανό
Αλλά την άκουγα εγώ, κάποιες φόρες τα μάτια λένε τις μεγαλύτερες αλήθειες
Κάπου κει παρουσιάστηκε μια μικρή κνιτισα νεράιδα στη σχολική αυλή
Η μικρή Ματίνα με κάρδια αγκινάρα αφού ειχε αγαπήσει το μισό λύκειο.
Ηρθε και η σειρα μου
ο πρώτος έρωτας,
 χρονια μετά ανακάλυψα πόσο την ερωτεύτηκα
πόσο την αγαπώ ακόμη
Η ματίνα  λοιπον άκουγε κι αυτή Αρλετα , 
πουλούσε Οδηγητή και κάπνιζε τσιγάρα , στριφτα? δε θυμαμαι..

Με πηρε απο το χέρι και μ έκανε δυνατό, με τον τρόπο της
ξενύχτια  και ατέλειωτες συζητήσεις, 
τα πρωτα ουισκι στο μπαρ του νησιου
τα πρώτα δειλά αγγίγματα  στο προαυλιο του αη νικόλα
με πάθος ,  φιλια, σπουδές μετά 
μαζι Αθηνά, Κομοτηνή
, Χριστούγεννα Πάσχα, εκδρομές, μεθύσια
Η Μάτινα λοιπον με κάνε τόσο δυνατό κι ας μη το κατάλαβε  ποτέ
Δεν επέτρεψα σε  κανένα να με κοροϊδέψει,
δε πρόλαβε κάνεις να με ειρωνευτεί
ειχα ανθρωπο δικο μου
σύμμαχο στη μάχη
Μέσα απο ψεύτικα χαμογελα μου  
έκρυβα αρχικά τις δειλίες μου και τις ανασφάλειες
και σιγά  σιγα πίστεψα στον εαυτό μου,
υπερασπισα με το τροπο μου την αληθεια μου 
Έγινα φίλος μου και  ένιωσα  νικητής γιατί αγαπήθηκα

αφιερωνεται σ ολα τα παιδια που  εκλαψαν σε μια γωνια μονα 
γιατι ποτε δε τα καταλαβε κανεις.